«Μακάρι να μη με ένοιαζε τίποτα» - Ωδή στην αδιαφορία…
«Θα ήθελα να είμαι ένα άτομο αδιάφορο, που θα κάνω αυτά που θέλω και δεν θα επιτρέπω να με ακουμπούν οι άλλοι, το τι λένε και τι πιστεύουν».
«Τους θαυμάζω σίγουρα τους ανθρώπους που δε νοιάζονται και δεν τους επηρεάζουν αυτά που συμβαίνουν γύρω τους. Θεωρώ ότι ζουν πιο καλά από εμένα, που τα βάζω όλα μέσα μου».
«Μου φαίνεται αξιοθαύμαστο το ότι κάποιους δεν τους νοιάζει τίποτα. Μάλλον αγαπούν τον εαυτό τους πολύ και έχουν πολλή αυτοπεποίθηση, για να το κάνουν».
.
.
.
Πώς αισθάνομαι με αυτές τις δηλώσεις; Πώς φαντάζομαι τους ανθρώπους που τις κάνουν; Τι μορφή έχει η φιγούρα που περιγράφουν; Ευχάριστη, αυστηρή, ζεστή, κρύα…;
Στην εποχή και την κοινωνία μας εκθειάζεται το προσόν (!) της αδιαφορίας. Είναι, άραγε, ο μόνος -ικανοποιητικός- τρόπος, που έχει απομείνει για να υπάρχουμε;
Η θεραπεία Gestalt προσεγγίζει με έναν ιδιαίτερο τρόπο την αδιαφορία, βάση του οποίου συνιστά η ίδια η ετυμολογία της λέξης: α – διαφορά. Σε επίπεδο στάσης και συμπεριφοράς θα λέγαμε ότι περιγράφει μία κατάσταση, όπου δεν έχει διαφορά για εμένα το πού θα βρίσκομαι, τι θέση παίρνω, τι βιώνω. Αναλόγως εκφράζεται και στην αγγλική (in-difference) και στη γαλλική γλώσσα (ça m'est égal- μου είναι ίσο-ίδιο). Αξίζει να αναρωτηθούμε, ποια ύπαρξη μπορεί να είναι σε αυτή την κατάσταση;
Δεδομένου ότι υπάρχουμε σε ένα διαρκώς μεταβαλλόμενο περιβάλλον, είμαστε μέρος του και άρα, σε συνεχή αλληλεπίδραση με ό,τι το συναπαρτίζει. Δεν μπορεί παρά να μας επηρεάζει το τι συμβαίνει γύρω μας. Με τις αισθήσεις μας προσλαμβάνουμε χιλιάδες ερεθίσματα καθημερινά, δονούμαστε ευχάριστα ή δυσάρεστα και αποκρινόμαστε πίσω σε αυτά ως ζωντανές υπάρξεις. Η διακοπή αυτής της διαδικασίας, δηλαδή το να μη μας δονεί και να μη μας επηρεάζει τίποτα, μάλλον ταυτίζεται με το να αδρανοποιούμε το ζωντανό μας κομμάτι.
Συμπονώ βαθιά μία τέτοια προσαρμογή, καθώς προέρχεται από πολύ δύσκολα ή και αβάσταχτα συναισθήματα, όταν κάποια στιγμή ήμουν ανοιχτός/-ή-/-ό να αισθανθώ. Με την αδιαφορία, αποκόπτω την επίδραση των ερεθισμάτων γύρω μου, νιώθω να έχω εγώ τον έλεγχο της επαφής -ή μη- και συνακόλουθα του συναισθήματός μου. Στον ακραίο βαθμό, μπορεί να φτάσω στο επίπεδο απευαισθητοποίησης, η οποία είναι προστατευτικός μηχανισμός απέναντι σε τραυματικά γεγονότα, που ενεργοποιείται αμέσως μετά από αυτά και (στην υγιή περίπτωση) για λίγο χρονικό διάστημα, μέχρι οι συνθήκες να καταστούν πιο ασφαλείς και να έχω χώρο να «νιώσω».
Τις περισσότερες φορές, αν όχι όλες, η αδιαφορία είναι ένα προσωπείο, πίσω από το οποίο κρύβονται πολλά συναισθήματα. Φόβος, θυμός, αγανάκτηση, απογοήτευση, αλλά και ανέκφραστες επιθυμίες, που υπό το φόβο της πιθανής ματαίωσης δε βλέπουν ποτέ το φως της ημέρας. Η καταπίεση των εν λόγω συναισθημάτων μπορεί να φαντάζει λειτουργική βραχυπρόθεσμα, όμως σε βάθος χρόνου μπορεί να επιφέρει βαρύτατες συνέπειες στον οργανισμό και την ολιστική υγεία, καθώς η ενέργεια που φέρουν μένει εντός του οργανισμού και διοχετεύεται εκεί με «αόρατο» τρόπο.
Το να ενδιαφερόμαστε, το να έχει διαφορά για εμάς μία κατάσταση από μία άλλη, ένας άνθρωπος από έναν άλλο, είναι μέρος του ότι είμαστε άνθρωποι. Γιατί μπορεί μεν με μία στάση αδιαφορίας να προστατευόμαστε ίσως από επίπονα βιώματα, στερούμαστε δε το άνοιγμα στο νέο και στο να ζούμε τελικά ολόκληρα και με ευχαρίστηση.
Υ.Γ. : (ποίημα της Ελένης Γλύκατζη-Αρβελέρ στο βιβλίο «Από εμένα αυτά…» - σ. 140)
Αδιαφορία
Ποιος άραγε απ' των σοφών μας την χορεία
μπορεί να εξηγήσει τι ακριβώς συμβαίνει,
πότε, πώς και από πού έρχεται η αδιαφορία,
που έκανε εσύ κι εγώ να είμαστε τώρα ξένοι;
Έγινε πια ανάμνηση το πόσο σ' αγαπούσα,
Που μάταια προσπαθώ να ξαναζωντανέψω.
Και η χαρά μου δήλωσε άσχετη και απούσα,
όταν άκουσε ότι θέλω τη λήθη να παλέψω.
Το ξέρεις και το ξέρω, μα θα το πω και πάλι:
κανένας έρωτας το χρόνο δε νίκησε στην πάλη.
Καμιά αγάπη δεν μπορεί να είναι αιωνία.
Δεν ωφελεί η εμμονή, ούτε η αγωνία.
Σθένος χρειάζεται, αντοχή, περίσσιο θέλει θάρρος,
για να σηκώσεις το σταυρό, που ασήκωτο έχει βάρος.
