Κανείς δε με καταλαβαίνει…
Συχνά, η διαδρομή της ψυχοθεραπείας ξεκινά από ένα αίσθημα ότι «κανείς δεν με καταλαβαίνει». Έχουμε ακουμπήσει ως κοινωνικά όντα αυτής της εποχής στην παρήγορη πεποίθηση ότι στην ψυχοθεραπεία θα ακουστούμε, θα γίνουμε κατανοητοί/-ές/-ά και βασικά ορατές υπάρξεις (αυτής της εποχής όπου οι κοινότητες, οι «κύκλοι» και το «πηγαδάκι» με το γείτονα είναι στην καλύτερη περίπτωση ρετρό εκθέματα σε αφιέρωμα στον περασμένο αιώνα). Και πράγματι, το πιθανότερο είναι ότι έτσι θα γίνουν τα πράγματα μέσα στο θεραπευτικό δωμάτιο. Μήπως, όμως, ζητάμε κάτι διαφορετικό από αυτό πραγματικά έχουμε ανάγκη?
Σε αυτό το «κανείς δε με καταλαβαίνει», που ίσως να συνοδεύεται και από έναν υπόκωφο αναστεναγμό, υπάρχει καταρχάς απουσία εαυτού. Η ίδια η διατύπωση το φανερώνει: ο άλλος δεν καταλαβαίνει και εγώ είμαι μία μονοσύλλαβη αντωνυμία, που καταλαμβάνει έναν τόσο δα μικρό χώρο. Αντιστρέφω το ερώτημα: «Καταλαβαίνω εγώ εμένα;» Έχω σταθεί να αφουγκραστώ το σώμα μου, τις αισθήσεις μου, το ρυθμό της αναπνοής μου, τον χτύπο της καρδιάς μου σε αυτό που βιώνω? Πώς είναι για εμένα να ζητώ κάτι και να μην παίρνω ανταπόκριση ή να εισπράττω μία απόκριση, η οποία είναι ασύμβατη με την ανάγκη ή την επιθυμία μου (άλλο ανάγκη, άλλο επιθυμία…), καταλήγοντας έτσι στο συμπέρασμα ότι κανείς δε με καταλαβαίνει; Τι είναι αυτό που πραγματικά ζητώ πίσω από απαιτήσεις, κατηγορίες και ευθύνες που «πώς είναι δυνατόν να μην τα βλέπει ;!».
Πιθανότητα, ζητώ δικαίωση από ένα περιβάλλον ή μία σχέση εδώ και τώρα στη ζωή μου για ένα άλλο περιβάλλον ή σχέση, που στο εκεί και τότε με άφησε μόνο/-η/-ο, εκτεθειμένο σε συναισθήματα που δεν μπορούσα να αντέξω και να υποστηρίξω ακόμη. Ίσως κάπως παράδοξα μπορεί να προσπαθώ να ξαναβρεθώ με έναν μεταφορικό τρόπο σε ένα περιβάλλον ή σχέση που να μοιάζει με το εκεί και τότε, με την ελπίδα ότι «τώρα θα πάνε αλλιώς τα πράγματα».
Αν δεν κάνω μία παύση, μία στάση στο χρόνο και το χώρο, δεν θα πάνε τα πράγματα αλλιώς ή καλύτερα. Όσο συνεχίζω να κινούμαι σε σημεία που δεν μου είναι ακόμη γνωστά, ορατά και «φωτισμένα», τόσο θα κάνει νόημα ο στίχος του τραγουδιού «όλα τριγύρω αλλάζουνε κι όλα τα ίδια μένουν…». Αυτόν ακριβώς το χώρο προσφέρει η ψυχοθεραπεία, μία ευκαιρία για στάση-εστίαση. Τι καταλαβαίνω ή δεν καταλαβαίνω εγώ? Πώς αισθάνομαι με τα τυφλά σημεία μου? Τι χρειάζομαι να επιστρατεύσω από τον/την εαυτό/-ή μου, για να επικοινωνώ καθαρά αυτό που μου συμβαίνει και αυτό που χρειάζομαι-θέλω?
Υ.Γ.: Ξεκινάω από το ατομικό, όχι για να μείνω εκεί, αλλά για να με φροντίσω έτσι, ώστε να στραφώ στη σχέση ολόκληρα και πιο ξεκάθαρα. Για να δώσω εγώ πλέον στο εδώ και τώρα μία πραγματική ευκαιρία «να ζήσω κάτι άλλο, κάτι καλύτερο».
