Εγώ να είμαι καλά…
Είναι πολύ συχνή η παρανόηση ότι η ψυχοθεραπεία ισοδυναμεί μόνο με την αυτοσυμπόνια και τη φροντίδα πονεμένων ή τραυματισμένων κομματιών στη μέχρι τώρα διαδρομή μας. «Εγώ να είμαι καλά, δε γίνεται να ζω για τους άλλους πια» είναι μία καθοριστική συνειδητοποίηση και μετακίνηση. Αρκεί, όμως, μόνο αυτή για να ζούμε με πληρότητα και ευτυχία;
Μπορεί να ήταν αναγκαίο έως τώρα ή για ένα μεγάλο διάστημα να προσαρμοζόμαστε στις εξωτερικές συνθήκες με τρόπο που δεν αφήνει χώρο για τις ανάγκες, τις επιθυμίες, τα συναισθήματά και την ευχαρίστησή μας. Είναι σημαντικό αυτό να κατονομαστεί, καθώς και η επίδραση που είχε στην ύπαρξή μας. Πηγαίνοντας ένα βήμα παραπέρα (ή και πολλά παραπάνω), χρειάζεται να σταθούμε σε όσα έγιναν ή δεν έγιναν και να πενθήσουμε για όσα χάσαμε ή δεν είχαμε την ευκαιρία να ζήσουμε. Η εστίαση στον εαυτό, όμως, δεν έχει (ή δεν πρέπει να έχει) την πρόθεση να μείνουμε σε έναν εγωκεντρικό τρόπο σκέψης και βίωσης της πραγματικότητας και του σχετίζεσθαι.
Με θλίψη και απογοήτευση παρατηρώ, ακούω ή μου μεταφέρονται ιστορίες ψυχοθεραπευτικών διαδικασιών, που έμειναν μόνο στο πρώτο επίπεδο, αυτό της δικαίωσης του εαυτού και του τραύματος, με προσκλήσεις (ρητές ή άρρητες) του τύπου «Πες μου 5 θετικές σκέψεις για εσένα… και γρήγορα!». Αν και η φράση μου αυτή αποσκοπεί σε χιούμορ, δεν είναι πολύ μακριά από αυτό που καλείται να κάνει το άτομο σε μία θεραπεία, που ξεχνά να στρέψει το ενδιαφέρον προς τη σχέση.
Προς αποφυγή παρεξηγήσεων: είναι υπέροχο να κάνουμε μία διαδρομή διαφορετική από αυτή που ζήσαμε μέχρι τώρα και να μπορούμε να δώσουμε στον/στην εαυτό/-ή μας αυτό που δεν μας δόθηκε ποτέ πριν, όπως αγάπη, επιβεβαίωση, αποδοχή, συμπόνια. Είναι αόρατος εσωτερικός «πλούτος» το να αποκτήσουμε επίγνωση των όσων ζήσαμε και του αντίκτυπού τους σε όσα είμαστε και κάνουμε. Πρωταρχικό μέλημα μίας ψυχοθεραπείας, συγχρόνως, χρειάζεται να είναι να αναπτυχθεί και να βιωθεί μία σχέση διαφορετική, ει δυνατόν επανορθωτική, της οποίας οι βάσεις και οι αξίες θα μπορούν να αποτελέσουν «φάρο» για τις σχέσεις του ατόμου εκτός θεραπευτικού δωματίου.
Γιατί, αν μείνω μόνο στο ενδο-ατομικό επίπεδο, μόνο στο «εγώ να είμαι καλά», καταλήγω με ένα παράδοξο τρόπο να είμαι και πάλι μόνος/-η/-ο, όπως είχα μείνει και στο τραυματικό εκεί-και-τότε. Με τη μοναξιά και το «περιχαράκωμα» στα όρια του/της εαυτού/-ης δεν είναι δυνατό να βιώσουμε ευχαρίστηση, καθώς αυτή δεν βρίσκεται ποτέ στους πόλους. Ούτε στο «ζω για να ικανοποιώ τις ανάγκες σου» ούτε στο «περνώ και μόνος/-η/-ο μου καλά», αλλά σε ένα σημείο που ενσωματώνεται τόσο η ύπαρξή μου, όσο και η ύπαρξή σου, χωρίς να καταπατάται ή να υπόκειται σε προϋποθέσεις.
